Μεγάλη και διατηρήσιμη μείωση της ψώρας και των σχετιζόμενων δερματικών λοιμώξεων κατέγραψε το πρώτο εθνικό πρόγραμμα μαζικής χορήγησης φαρμάκου αυτού του είδους, το οποίο εφαρμόστηκε στα Νησιά του Σολομώντα και στα Φίτζι. Η έρευνα του World Scabies Program στο Murdoch Children’s Research Institute, με τη συμμετοχή ερευνητών του Kirby Institute στο UNSW Sydney, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Health το 2026. Το πρόγραμμα βασίστηκε στην ιβερμεκτίνη, ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο αντιπαρασιτικό φάρμακο, και υλοποιήθηκε από τα υπουργεία Υγείας των δύο χωρών με την υποστήριξη των ερευνητών.
- Στα Νησιά του Σολομώντα, η συχνότητα της ψώρας υποχώρησε από 23,2% σε 3,9% έπειτα από δύο ετήσιους γύρους χορήγησης.
- Στα Φίτζι, ένας εθνικός γύρος συνδέθηκε με πτώση της ψώρας από 6,2% σε 3,4% μέσα σε 12 μήνες.
- Συνολικά διατέθηκαν περισσότερες από 2,5 εκατομμύρια δόσεις ιβερμεκτίνης.
- Στα παιδιά κάτω των 5 ετών, η συχνότητα της νόσου παρέμεινε πάνω από 10% παρά την παρέμβαση.
Η μεγαλύτερη μείωση καταγράφηκε στα Νησιά του Σολομώντα
Στα Νησιά του Σολομώντα, όπου το πρόγραμμα κάλυψε ολόκληρο τον πληθυσμό σε δύο ετήσιους γύρους, ο επιπολασμός της ψώρας μειώθηκε από 23,2% σε 3,9%. Την ίδια περίοδο, το μολυσματικό κηρίο —δερματική λοίμωξη που μπορεί να σχετίζεται με την ψώρα— περιορίστηκε από 9,2% σε 1,6%.
Στα Φίτζι πραγματοποιήθηκε ένας γύρος μαζικής χορήγησης σε εθνικό επίπεδο. Μέσα σε 12 μήνες, η ψώρα μειώθηκε από 6,2% σε 3,4%, ενώ το μολυσματικό κηρίο από 4,3% σε 1,2%.
Οι μειώσεις καταγράφηκαν σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και στις δύο χώρες, συμπεριλαμβανομένων των μικρών παιδιών, ενώ υποχώρησαν και οι μέτριες έως σοβαρές μορφές ψώρας.
Η μαζική χορήγηση φαρμάκου αποτελεί στρατηγική δημόσιας υγείας κατά την οποία η θεραπεία προσφέρεται σε ευρεία πληθυσμιακή κλίμακα και όχι μόνο σε ήδη διαγνωσμένους ασθενείς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό σημαίνει ότι η παρέμβαση στόχευσε στον συνολικό περιορισμό της νόσου μέσα στις κοινότητες. Τα αποτελέσματα, πάντως, αφορούν τα συγκεκριμένα εθνικά προγράμματα και δεν αποτελούν ατομική ιατρική σύσταση.
Η ψώρα μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές πέρα από τον κνησμό
Η ψώρα είναι εξαιρετικά μεταδοτική παρασιτική δερματοπάθεια και ενδημεί σε νησιωτικές χώρες του Ειρηνικού. Προκαλεί έντονο κνησμό και βλάβες στο δέρμα, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε δευτερογενείς λοιμώξεις από βακτήρια στρεπτόκοκκου της ομάδας Α. Η νόσος έχει επίσης συνδεθεί με μακροχρόνιες επιπλοκές, μεταξύ των οποίων νεφρική νόσος και, δυνητικά, ρευματική καρδιοπάθεια.
Περισσότερα από 600 εκατομμύρια περιστατικά καταγράφονται παγκοσμίως κάθε χρόνο, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνώρισε την ψώρα ως παραμελημένη τροπική νόσο το 2017, εντάσσοντάς την σε ένα πεδίο όπου οι παρεμβάσεις συνήθως συνδυάζουν θεραπεία, επιδημιολογική παρακολούθηση και οργανωμένη πρόσβαση των κοινοτήτων στις υπηρεσίες υγείας.
Η κάλυψη των μικρών παιδιών παραμένει πρόκληση
Παρά τη γενική υποχώρηση, η συχνότητα της ψώρας παρέμεινε πάνω από 10% στα παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών. Ο καθηγητής Andrew Steer επισήμανε επίσης ότι η επίτευξη υψηλής κάλυψης στις αστικές περιοχές απαιτούσε διαφορετικούς τρόπους πρόσβασης, όπως χορήγηση μέσω χώρων εργασίας, σχολείων και κοινοτικών συγκεντρώσεων.
Το εύρημα για τα μικρά παιδιά σημαίνει ότι η συνολική επιτυχία ενός μαζικού προγράμματος δεν εξαλείφει την ανάγκη για στοχευμένη παρακολούθηση των ομάδων στις οποίες το φορτίο της νόσου παραμένει υψηλό.
Τα αποτελέσματα συμπίπτουν με τη δημοσίευση οδηγού του ΠΟΥ για τον έλεγχο της ψώρας, στη σύνταξη του οποίου συνέβαλαν οι Susanna Lake, Andrew Steer και Daniel Engelman. Ο οδηγός καλύπτει την εκτίμηση του φορτίου της νόσου, την εφαρμογή μέτρων ελέγχου και τη δημιουργία συστημάτων παρακολούθησης και αξιολόγησης.
Για τα συστήματα δημόσιας υγείας, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού, η σημασία της μελέτης βρίσκεται κυρίως στο οργανωτικό μοντέλο: συντονισμένη εφαρμογή, πολλαπλά σημεία πρόσβασης και μέτρηση των αποτελεσμάτων. Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι η ίδια προσέγγιση μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια σε κάθε χώρα χωρίς αξιολόγηση του τοπικού επιδημιολογικού φορτίου και των υγειονομικών αναγκών.
Θεωρείτε ότι τα μαζικά προγράμματα δημόσιας υγείας μπορούν να περιορίσουν αποτελεσματικά παραμελημένες νόσους όταν συνοδεύονται από συστηματική παρακολούθηση;




























