Ο καύσωνας Ιουνίου κόστισε στη βρετανική οικονομία περίπου 1,15 δισ. στερλίνες (1,5 δισ. δολάρια), καθώς χάθηκαν σχεδόν 24 εκατ. ώρες εργασίας, σύμφωνα με εκτίμηση που δημοσιοποίησε την Πέμπτη το London School of Economics (LSE). Η μελέτη, την οποία εκπόνησαν το Grantham Research Institute του LSE και το Euro-Mediterranean Center on Climate Change (CMCC), βασίστηκε σε δείγμα 1.950 ενηλίκων από ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο και εξέτασε πώς η ακραία ζέστη επηρέασε την εργασία, τον ύπνο και τις μετακινήσεις τους.
- Η οικονομική απώλεια εκτιμάται σε 1,15 δισ. στερλίνες από περίπου 24 εκατ. χαμένες ώρες εργασίας.
- Οι συμμετέχοντες εργάστηκαν κατά μέσο όρο 0,47 ώρες λιγότερο την εβδομάδα της 22ας Ιουνίου.
- Το 3,6% των ερωτηθέντων δεν εργάστηκε καθόλου εκείνη την εβδομάδα λόγω της ζέστης.
- Το 87% ανέφερε τουλάχιστον μία επίπτωση σχετική με την υγεία.
Η έρευνα αποτυπώνει την απώλεια εργασίας
Κατά την εβδομάδα της 22ας Ιουνίου, η μέση μείωση του χρόνου εργασίας που δήλωσαν οι ερωτηθέντες ήταν 0,47 ώρες. Παράλληλα, το 3,6% του δείγματος δεν εργάστηκε καθόλου εξαιτίας της ζέστης — ποσοστό που, όταν αναχθεί στον πληθυσμό, αντιστοιχεί σε περίπου 1,25 εκατ. εργαζομένους.
Η συνολική απώλεια παραγωγικού χρόνου εκτιμήθηκε σε περίπου 24 εκατ. ώρες, με οικονομικό κόστος άνω του 1 δισ. στερλινών.
Το ποσό δεν αποτελεί άμεση λογιστική καταγραφή των απωλειών κάθε επιχείρησης, αλλά εκτίμηση που προκύπτει από τις δηλωμένες επιπτώσεις της ζέστης και την αναγωγή τους στο εργατικό δυναμικό. Αυτό σημαίνει ότι η μελέτη επιχειρεί να αποτιμήσει ένα κόστος το οποίο συχνά δεν εμφανίζεται ως ξεχωριστή δαπάνη, αλλά ως λιγότερες ώρες εργασίας και πλήρης απουσία από την εργασία.
Τα χειρωνακτικά επαγγέλματα δέχθηκαν μεγαλύτερη πίεση
Η επίδραση δεν ήταν ίδια για όλους. Όσοι εργάζονται σε θέσεις με μεγαλύτερη έκθεση στη θερμότητα και αυξημένες σωματικές απαιτήσεις, όπως οι κατασκευές και η γεωργία, περιόρισαν περισσότερο το ωράριό τους από εργαζομένους σε επαγγέλματα χαμηλής έκθεσης και μικρότερης σωματικής καταπόνησης, όπως η ακαδημαϊκή εργασία.
Η διαφορά έχει πρακτική σημασία: η δυνατότητα προσαρμογής στη ζέστη εξαρτάται από τη φύση της εργασίας. Η μεταφορά καθηκόντων σε κλιματιζόμενο χώρο ή η αλλαγή ωραρίου δεν είναι εξίσου εύκολη σε κάθε κλάδο, επομένως η οικονομική επιβάρυνση μπορεί να κατανέμεται άνισα.
Η μελέτη εξέτασε επίσης τον ύπνο, την κόπωση και τις αλλαγές στον τρόπο μετάβασης στην εργασία. Συνολικά, το 87% των ερωτηθέντων ανέφερε τουλάχιστον μία επίπτωση σχετική με την υγεία, μεταξύ των οποίων διαταραγμένος ύπνος, κούραση στη δουλειά, ζάλη, λιποθυμία και ταχύτερος καρδιακός παλμός.
Η προσαρμογή στη ζέστη γίνεται οικονομικό ζήτημα
Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες αντιμετώπισαν τον Ιούνιο μια ασυνήθιστη περίοδο υψηλών θερμοκρασιών, η οποία επηρέασε μεταφορές, σχολεία και νοσοκομεία. Στην Αγγλία, ο μήνας καταγράφηκε ως ο θερμότερος Ιούνιος που έχει σημειωθεί.
Για τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις, τα ευρήματα δείχνουν ότι η προστασία από την ακραία ζέστη αφορά όχι μόνο τη δημόσια υγεία, αλλά και τη διατήρηση της παραγωγικότητας.
Η διευθύντρια του Grantham Institute, Ελίζαμπεθ Ρόμπινσον, δήλωσε ότι τα αποτελέσματα παραπέμπουν σε μια χώρα που παραμένει ανεπαρκώς προσαρμοσμένη στο μεταβαλλόμενο κλίμα και κάλεσε την κυβέρνηση να αναλάβει δράση απέναντι στην ακραία ζέστη.
Η μελέτη δεν προσδιορίζει συγκεκριμένο πακέτο μέτρων. Αναδεικνύει, όμως, το πεδίο στο οποίο θα κριθούν οι επόμενες επιλογές: εργασιακές πρακτικές, προστασία όσων απασχολούνται σε εξωτερικούς χώρους και προσαρμογή κτιρίων και υποδομών.
Ποια μέτρα θεωρείτε αποτελεσματικότερα για την προστασία των εργαζομένων και της παραγωγικότητας κατά τις ημέρες ακραίας ζέστης;




























